σβεστήρας

ο / σβεστήρ, -ῆρος, ΝΑ, και εσφ. τ. σβυστήρας
νεοελλ.
1. πυροσβεστήρας
2. σβηστήρι, γομολάστιχα
αρχ.
(για πρόσ.) αυτός που σβήνει κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σβεσ- τού αορ. ἔσβεσ(σ)α τού σβέννυμι* + επίθημα -τήρ (πρβλ. καυσ-τήρ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σβεστήρας — ο αυτό που σβήνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πυροσβεστήρας — Συσκευή κατάλληλη για την κατάσβεση πυρκαγιάς περιορισμένης έκτασης. Χρησιμοποιούνται σήμερα π. σε διαφόρους τύπους και διαστάσεις, προσαρμοσμένοι για διάφορες συνθήκες περιβάλλοντος και για διαφορετικά καιόμενα υλικά. Η δράση τους, σε όλους τους …   Dictionary of Greek

  • σβέστης — ο, Ν [σβένω] 1. (για πρόσ.) αυτός που σβήνει την φωτιά 2. (για πράγμ.) αυτός με την βοήθεια τού οποίου σβήνεται κάτι, σβεστήρας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.